δέμα


δέμα
[дэма] ουσ. о. пакет, бандероль.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δέμα" в других словарях:

  • δέμα — band neut nom/voc/acc sg δέμᾱ , δέμας bodily frame neut nom/voc/acc pl δέμᾱ , δέμας bodily frame neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέμα — το (AM δέμα) 1. αυτό με το οποίο δένουμε κάτι, ταινία ή σκοινί 2. κάτι συσκευασμένο και δεμένο με ταινία ή σκοινί («ταχυδρομικό δέμα», «δέμα με βιβλία») μσν. νεοελλ. 1. σωρός από χώματα και πέτρες που συγκρατεί τα νερά και προστατεύει… …   Dictionary of Greek

  • δέμα — το σύνολο πραγμάτων που είναι δεμένα μαζί, πακέτο, μπόγος, μάτσο: Με ειδοποίησαν να πάω να παραλάβω ένα δέμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δέμας — δέμᾱς , δέμας bodily frame neut gen sg (doric aeolic) δέμας bodily frame neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέμασι — δέμα band neut dat pl δέμας bodily frame neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέματα — δέμα band neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέματι — δέμα band neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέματος — δέμα band neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεφαλόδεμα — και κεφαλοδέσι το (Μ κεφαλόδεμα) μαντίλι ή κορδέλα με τα οποία δένεται το κεφάλι για συγκράτηση τών μαλλιών ή για στολισμό νεοελλ. 1. επίδεσμος τού κεφαλιού για συγκράτηση διαφόρων επιθεμάτων 2. ιατρ. ορθοπεδικό μηχάνημα με το οποίο συγκρατείται… …   Dictionary of Greek

  • δεμάτι — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 391 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, 54 χλμ. ΝΑ της πόλης του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο… …   Dictionary of Greek